Μαρτύρησε
στήν Μυτιλήνη στις 23 Μαρτίου 1802
Ὁ ἅγιος καταγόταν ἀπὸ τὴν Ἀνδριανούπολη. Ἕξι
χρόνων ἔμεινε ὀρφανὸς ἀπὸ πατέρα. Ἤ μητέρα τοῦ, λόγῳ τῆς μεγάλης φτώχειας, τὸν ἔδωσε
σ’ ἕνα γνωστὸ τῆς ἔμπορο, για νά ἐργάζεται κοντὰ τοῦ καὶ σιγὰ σιγὰ νά μπορέσει,
μεγαλώνοντας, νά ζήσει μόνος τοῦ. Ὁ ἔμπορος αὐτὸς πῆρε μαζὶ τοῦ τὸν μικρὸ Λουκᾶ
ἀρχικὰ στῇ Ῥωσία καὶ ὕστερα στην Κωνσταντινούπολη ὅπου εἶχε καὶ κατάστημα.
Μία μέρα βγῆκε ἔξω ὁ Λουκᾶς καὶ ἔτυχε νά
μαλώσει μ’ ἕνα τουρκόπουλο καὶ τὸ ἔδειρε. Οἱ Τούρκοι που ἦσαν παρόντες , μόλις
εἴδαν τὸ περιστατικὸ ὥρμησαν σὰ θηρία ἀνήμερα καὶ ἅρπαξαν τὸν Λουκᾶ καὶ ἦσαν ἕτοιμοι
νά τὸν ξεσκίσουν ἀπὸ τὴν ὀργὴ τοὺς. Ὁ Λουκᾶς, παιδὶ δεκατριῶν ἐτῶν, φοβήθηκε
πολὺ καὶ φώναξε : Ἀφῆστε μέ καὶ τουρκεύω. Ἀμέσως ἠρέμησαν. Τὴν ἴδια στιγμὴ ἔνας
ὀνομαστὸς Τοῦρκος τὸν πῆρε καὶ μέ μεγάλη χαρὰ τὸν πῆγε στο σπίτι τοῦ. Ἐκεῖ τὸν
πρόσταξε νά ἀρνηθεὶ τὸν Χριστὸ καὶ νά ἀποδεχθεὶ τῇ δικῇ τοῦ ἀντίχριστη θρησκείᾳ.
Ὅταν ἡσύχασε τὸ παιδὶ , συνειδητοποίησε τὸ
μεγάλο κακό που ἔπαθε καὶ ἀμέσως μετανόησε. Ἔτσι ἐνῶ ὁ ἄγας τοῦ ἔδειχνε εὔνοια
καὶ τοῦ ἔταζε διάφορα , ὁ ἅγιος , ἂν καὶ μικρὸ παιδί, δεν ἐξαπατήθηκε ἀλλὰ ἐνιωσε
περιφρόνηση για ὅλα αὐτά. Δεν μποροῦσε ὅμως νά φύγει ἀπὸ ἐκεῖνο τὸ σπίτι.
Κατάφερε νά στείλει μήνυμα στο ἀφεντικὸ τοῦ
μήπως καὶ μπορέσει νά τὸν γλυτώσει, πρὶν τοῦ κανοῦν τὴν περιτομή. Τὸ ἀφεντικὸ
τοῦ πρόθυμα ἔτρεξε στον πρέσβη τῆς Ῥωσίας καὶ θερμὰ τὸν παρεκάλεσε νά λυτρώσει
τὴν ψυχή που κινδυνεῦε. Ἐκεῖνος ἔστειλε ἀμέσως ἄνθρωπο δικὸ τοῦ νά ζητήσει τὸ
παιδί. Ὁ ἄγας τοῦ ἀπάντησε ὅμως πως δεν μποροῦσε νά τὸ δώσει διότι μόνο τοῦ πῆγε,
δεν τὸ πίεσε καθόλου για νά γίνει τοῦρκος . Ἔτσι ὁ ἀπεσταλμένος ἔφυγε χωρὶς ἀποτέλεσμα.
Ὁ ἄγας τότε ἐπειδὴ φοβήθηκε μήπως
ξαναζητήσουν τὸ παιδί, τὸ ἔδεσε καὶ τοῦ ἔκανε περιτομὴ διὰ τῆς βίας.
Λίγες μέρες μετὰ ὁ Λουκᾶς κατάφερε νά φύγει ἀπὸ
τὸ σπίτι τοῦ ἄγα καὶ πέρασε στον Γάλατα. Ἐκεῖ οἱ Χριστιανοὶ τοῦ ἔδωσαν
χριστιανικὰ ῥούχα καὶ τὸν ἔβαλαν σὲ ἕνα καράβι για τῇ Σμύρνη. Ἀπὸ τῇ Σμύρνη πῆγε
στῇ Θῆρα. Ἐκεῖ συνέβη νά ἀρρωστήσει καὶ πόνεσαν τὰ ματία τοῦ. Αὐτὸ τὸν ἀνάγκασε
νά πάει σὲ ἕνα πνευματικὸ καὶ νά φανερώσει ὅσα εἴχαν γίνει. Ὁ πνευματικὸς τὸν
παρηγόρησε πρῶτα , κατόπιν τὸν συμβούλευσε ὅτι συμφέρον εἷναι νά φύγει ἀπὸ τοὺς
τόπους που εἶναι Τούρκοι καὶ νά πάει στο Ἅγιο Ὅρος, νά ἐπιμεληθεὶ τῇ σωτηρίᾳ τοῦ.
Τὸν ἄκουσε καὶ ἔφυγε για τὸ Ἅγιο Ὅρος.
Ἀρχικὰ ἐπισκέφτηκε τὴν Ι. Μονὴ Μεγίστης
Λαύρας , ὅπου ὑπηρέτησε μερικὸ καιρὸ στο ἀρχονταρίκι. Κατόπιν πῆγε στῇ Μονὴ Ἰβήρων,
ὅπου ἐξομολογήθηκε στον ἠγούμενο τὴν καταστάσῃ τοῦ καὶ ἐκεῖνος τὸν ἔστειλε στῇ
Σκήτη τοῦ Τιμίου Προδρόμου ,ὅπου καὶ ἔκανε τὸν κανόνα τῆς διορθώσῃς, ὑπακούοντας
στον πνευματικό, καὶ ἐπανεντάχθηκε στην Ἐκκλησία κατὰ τὴν τάξῃ τῆς. Ἀκολούθως
στῇ Μονὴ Σταυρονικήτα ἔλαβε ῥασοευχή. Ἐπισκέφθηκε πολλὲς μονὲς στο Ἅγιο Ὅρος ἀλλὰ
ὁ ἐχθρὸς τῆς σωτηρίας τῶν ἀνθρώπων δεν τοῦ ἐπέτρεπε νά ἀναπαυθεὶ κάπου καὶ ἀναγκαζόταν
νά φεύγει. Βγῆκε ἀπὸ τὸ Ἅγιο Ὅρος για ἕνα διάστημα ἀλλὰ καὶ ἔξω ὁ πειρασμὸς δεν
τὸν ἄφηνε νά ἠρεμήσει πουθενὰ καὶ ἐπανῆλθε. Τελικὰ στῇ Σκήτη τῆς Ἁγίας Ἄννης τὸν
δέχτηκε μέ πολλὴ ἀγάπη ἔνας παπα Βησσαρίωνας, στον ὁποῖο ἀποκάλυψε τὴν πτώση τοῦ
ἀλλὰ καὶ τὸν ἀγῶνα τοῦ καὶ τὴν ἐπιθυμία τοῦ για ὁμολογία . Ὁ γέροντας ἀρχικὰ
προσπάθησε νά τὸν ἀποτρέψει, παρουσιάζοντας τοῦ τὰ βασανιστήρια καὶ τὸν θάνατο ἐνῶ
παράλληλα τοῦ ὑπέδειξε τῇ σωτηρίᾳ μέσα ἀπὸ τὸ δρόμο τῆς μοναχικῆς ζωῆς. Ἐπειδὴ ὅμως
ὁ ἅγιος ἐπέμενε , τὸν ἔστειλε σ’ ἕνα πνευματικὸ τῆς Σκήτης , τὸν πατέρα Ἀνάνια
, στον ὁποῖο ἐξέθεσε τὸν πόθο τοῦ για μαρτύριο. Ὁ πνευματικὸς ἀρχικὰ τὸν ἐπῄνεσε
για τῇ διάθεση τοῦ για ὁμολογίᾳ, παράλληλα ὅμως τοῦ ἔδειξε καὶ τὶς δυσκολίες. Ὁ
ἅγιος ἐπέμενέ πως μέ τῇ χαρῇ τοῦ Χριστοῦ θὰ κατορθώσει νά τὰ ὑπομείνει. Τότε ὁ
πνευματικὸς τοῦ εἶπέ πως πρέπει νά προετοιμασθεὶ πνευματικὰ καὶ νά δοκιμαστεὶ
για ἕνα χρονικὸ διάστημα μέ ἔντονο πνευματικὸ ἀγῶνα μέ τῇ συμφωνίᾳ καὶ τῇ
συμπαραστάσῃ τοῦ γέροντα Βησσαρίωνα.
Ἀφοῦ προετοιμάστηκε μέ αὐστηρὴ νηστεία, λίγο
ψωμὶ καὶ νερὸ , μία φορὰ τὴν ἡμέρα, μετάνοιες, ἀδιάλειπτη προσευχή καὶ ἄλλες
δοκιμασίες , ἐκάρη μοναχὸς καὶ ξεκίνησαν μαζὶ μέ τὸν γέροντα Βησσαρίωνα, μέ τὴν
εὐχὴ τοῦ πνευματικοῦ.
Ὕστερα ἀπὸ πολλοὺς σταθμοὺς κατέληξαν στῇ
Μυτιλήνη στο χωριὸ Πάμφιλα. Ἐκεῖ ὁ ἅγιος προετοιμάστηκε, μέ συνεχῆ ἐξαγόρευση τῶν
λογισμῶν στο γέροντα τοῦ, μέ τὸ μυστήριο τοῦ Εὐχελαίου καὶ τῆς Θείας Εὐχαριστίας
, μέ τῇ συμπαραστάσῃ τοῦ ἐφημερίου τοῦ χωρίου Παρθενίου, μέ τις παρακλήσεις που
τελοῦσαν καὶ τῇ συνεχῆ καὶ ἔντονη προσευχή ὅλων.
Ἔπειτα, ἀφοῦ ὁ παπα Παρθένιος τοῦ φόρεσε
κατάσαρκα τὸ καλογερικὸ παραμάντι , μετὰ ἁγιοταφίτικο σάβανο καὶ ἀπὸ πάνω
κοσμικὰ ῥούχα , τὸν σταύρωσε μέ λάδι ἀπὸ τὸν Πανάγιο Τάφο καὶ τοῦ ἔδεσε μέσα
στα μαλλιὰ ἕνα κομματάκι ἀπὸ τὸ ματωμένο πουκάμισο τοῦ νεομάρτυρος τῆς
Μυτιλήνης Θεοδώρου, ὁ ἅγιος ξεκίνησε για τὴν πόλη καὶ ἐμφανίστηκε στον δικαστῇ.
Ἐγώ, τοῦ λέει, ὅταν ἤμουν μικρὸ παιδί,
δεκατριῶν ἐτῶν , ξεγελάστηκα ἀπὸ ἐσὰς καὶ ἤρθα στῇ θρησκεία σᾶς, μὴ μπορώντας
νά ξεχωρίσω τὴν ἀλήθεια ἀπὸ τὸ ψέμα. Ἔμεινα στῇ θρησκεία σᾶς λίγο καιρὸ ἀλλὰ ,ὅταν
ἐνηλικιώθηκα , κατάλαβα ὅτι ἤ θρησκεία σᾶς εἶναι ψεύτικη καὶ αὐτός που τὸν λέτε
για προφήτῃ εἶναι ἀπατεῶνας καὶ παραμυθὰς καὶ σᾶς ἐξαπάτησε ὅλους σᾶς καὶ τὸν
πιστέψατε. Ἀφοῦ λοιπὸν ἔμαθά πως ἤ θρησκεία σᾶς εἶναι σκοτάδι , τὴν ἀρνοῦμαι
μπροστὰ σᾶς καὶ ὁμολογῶ τῇ χριστιανικῇ πιστῇ μου, ποὺ εἶναι τὸ ἀληθινὸ φῶς.
Πιστεύω καὶ προσκυνῶ τὸν Κύριό μου Ἰησοῦ Χριστό, Θεὸ ἀληθινό.
Ὁ δικαστὴς τὸν ῥώτησε διάφορα καὶ ἀρχικὰ μέ ἠρεμία
τοῦ εἶπε , σὲ λυποῦμαι , παιδί μου, διότι , ἂν δεν μέ ἀκούσεις, ἔχεις νά ὑποστεὶς
πολλὰ βασανιστήρια, ποὺ δεν τ’ ἄκουσές ποτε.
Ὁ ἅγιος τοῦ ἀπάντησε μέ πολὺ θάρρος, τὰ
σκέφτηκα ὅλα αὐτὰ τὰ βάσανα , ὅ,τι ἔχετε νά μου κάνετε , κάντε τὸ μία ὥρα ἀρχύτερα
, μὴν ἀργοπορεῖτε. Χριστιανὸς εἶμαι, τὴν πιστή μου δεν τὴν ἀρνοῦμαι, τὸν Χριστό
μου προσκυνῶ, τὸν Χριστό μου ποθῶ, Χριστιανὸς θέλω νά πεθάνω.
Ἄρχισαν τότε οἱ παρόντες Τούρκοι νά τοῦ
τάζουν διάφορα ὀφέλῃ ἀπὸ τῇ μία καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλη νά τὸν φοβερίζουν. Ὁ δικαστὴς
τὸν ἔστειλε στο ναζίρη, τὸν ἔφορο τῶν βακουφίων .Στο δρόμο συνάντησαν τὸν
μητροπολίτῃ τυχαία καὶ ὁ ἅγιος τοῦ ζήτησε νά κάνει δεήσῃ. Πράγματι ὁ
μητροπολίτης ἔστειλε γράμματα σὲ ὅλα τὰ χωρία νά κανοῦν παρακλήσεις για χαρῇ τοῦ
μάρτυρος. Ἔτσι σ’ ὅλο τὸ νησὶ γινόταν προσευχή για τὴν ἐνίσχυση τοῦ ἁγίου
μάρτυρος.
Ὁ ναζίρης ἄρχισέ τις κολακεῖες καὶ τὰ
ταξίματα, μάταια ὅμως. Στο μεταξὺ μαζεύτηκαν οἱ ἀγάδες τοῦ νησιοὺ για νά
διαβαστεὶ ἕνα φιρμάνι τοῦ σουλτάνου. Ἔφεραν καὶ τὸν μάρτυρα νά τὸν ἐξετάσουν καὶ
τότε ὁ ἅγιος ὄχι μόνο δεν δέχτηκέ τις προτάσεις για ἐξώμοση ἀλλά, μέ τὴν θεία
φώτιση ,ἔκανε μία θαυμαστὴ ὁμολογία πίστεως .
Τὸν ἔκλεισαν στῇ φυλακή, στο τιμωρητικὸ
ξύλο. Ὁ μητροπολίτης καὶ οἱ δημογέροντες προσπάθησαν νά στείλουν ἄνθρωπο στῇ
φυλακὴ νά τοῦ συμπαρίσταται καὶ νά τοῦ φέρνει τῇ Θείᾳ Κοινωνίᾳ.
Τὴν Κυριακὴ 23 Μαρτίου τὸν ἔβγαλαν ἀπὸ τῇ
φυλακῇ καὶ τὸν ὁδήγησαν στο ναζίρη, ὁ ὁποῖος τοῦ ἔκανε τὴν τελευταία πρόταση
για ἐπιστροφὴ στο ἰσλάμ. Μετὰ τὴν ἀρνητικὴ τοῦ ἀπαντήση ὁ ἅγιος ὁδηγήθηκε για ἀπαγχονισμὸ
στην ἀγορὰ τῶν Ῥωμιών, χαίρων καὶ προσευχόμενος σὰ νά πήγαινε σὲ γάμο. Ἤταν
δεκαεννέα ἐτῶν .
Τὸ τίμιο λείψανο τοῦ ἔμεινε κρεμασμένο τρεῖς
μέρες , φαινόταν δὲ σὰ νά κοιμάται. Τὸ θαυμαστότερο εἶναί πως ἀνέδιδε μία ἀρρήτη
εὐωδία ,τὴν ὁποία αἰσθάνονταν ὅλοι ὅσοι περνούσαν ἀπὸ ἐκεῖ, ἂν καὶ δεν
μπορούσαν νά σταθοὺν για πολύ, διότι ἀπαγορευόταν μέ ποινὴ θανάτου.
Μετὰ τὶς τρεῖς ἡμέρες κατέβασαν τὸ ἅγιο
λείψανο , τὸ ἔβαλαν σὲ μία βάρκα καὶ ἀφοῦ τοῦ ἔδεσαν μία πέτρα τὸ ἔριξαν στῇ
θάλασσα. Τὸ μαρτυρικὸ σῶμα ὅμως δεν βυθίστηκε, μόνο ἔσερνε τῇ βάρκα σὰν πτερό. Ἀκολούθησε
φοβερὴ θαλασσοταραχὴ μέ ἀποτέλεσμα τὸ καΐκι νά συντρίβει στους βράχους καὶ
μόλις γλύτωσαν οἱ ἄνθρωποι.
Οἱ Χριστιανοὶ καὶ ἰδιαιτέρως ὁ γέροντας τοῦ
στεναχωρήθηκαν πολὺ διότι δεν μπόρεσαν νά ἐνταφιάσουν τὸν ἅγιο. Τῇ νύχτα ὅμως
παρουσιάστηκε ὁ ἅγιος στον ὕπνο τοῦ παπα Βησσαρίωνα καὶ τοῦ εἶπε, μὴ λυπάσαι,
πάτερ, ἔξω ἀπὸ τῇ θάλασσα εἶμαι. Πράγματι ἤ θάλασσα τὸ εἶχε βγάλει ἔξω καὶ
κάποιοι Χριστιανοὶ τὸ ἐνταφίασαν κρυφά.
Μεγάλα θαύματα καὶ θεραπεῖες ἀκολούθησαν, μέ
τὴν πρεσβεία τοῦ ἁγίου νεομάρτυρος Λουκᾶ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου