Τετάρτη 16 Οκτωβρίου 2019

Ο παιδομάρτυς, Άγιος Ιωάννης ο Τουρκολέκας


Ο Άγιος Ιωάννης ο Τουρκολέκας τιμάται από την εκκλησία μας κάθε χρόνο στις  16 Οκτωβρίου . Ο νεομάρτυρας και παιδομάρτυρας Άγιος Ιωάννης ο Τουρκολέκας γεννήθηκε το 1805 μ.Χ. στο χωριό Τουρκολέκα Αρκαδίας. Η οικογένεια του διακρινόταν για την ευλάβεια τον Θεό, για την αγάπη προς την πατρίδα και για τον ηρωισμό της. Πατέρας του ήταν ο Σταματέλος Σταματελόπουλος-Τουρκολέκας, ονομαστός αγωνιστής της περιοχής Λεονταρίου και μητέρα του, η αδελφή της συζύγου του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, Σοφία. Μεταξύ των τεσσάρων του αδελφών διακρινόταν ο γνωστός οπλαρχηγός Νικήτας, γνωστός ως Νικηταράς (ο τουρκοφάγος) και ο διδάσκαλος της πολεμικής τακτικής ευπαίδευτος λοχαγός Νικόλαος.

Το 1816 μ.Χ. ο Ιωάννης, 11 χρονών τότε, μαζί με τον πατέρα του και τον Αναγνώστη, γιό του αγωνιστή του Πάρνωνα Ζαχαριά , ενώ ταξίδευαν για τα Κύθηρα, λόγω θαλασσοταραχής βρέθηκαν στη Νεάπολη της Λακωνίας. Ο Αγάς της περιοχής Χουσεΐν, με δόλο τους συνέλαβε και τους έστειλε στην ανωτέρα Τουρκική αρχή της Μονεμβασίας. Εκεί οι συλληφθέντες φυλακίστηκαν στο κάστρο της.

Στη συνέχεια ο άρχοντας της Μονεμβασίας ζήτησε οδηγίες από τον Βοεβόδα του Μυστρά, ο οποίος διέταξε να αποκεφαλιστούν και οι τρεις φυλακισμένοι. Πρώτα αποκεφαλίστηκαν ο Αναγνώστης και ο πατέρας του Αγίου.

Για την ομολογία, το μαρτυρικό τέλος και το θαυμαστό σημείο, που έδωσε ο Θεός, μετά τον αποκεφαλισμό του παιδομάρτυρα, γράφει, σχετικά ο αδελφός του Αγίου, ο Νικηταράς: «Στον αδελφό μου πρότειναν ν’ αλλάξει την πίστη του. Του δείχνουν τον σκοτωμένο πατέρα του και του λέγουν κάθησε να σε κάνουμε Τούρκο. Τότε το παιδί κάνει το σταυρό του και τους απαντά: θα πάω κι εγώ εκεί που πάει ο πατέρας μου. Του ξαναλέγουν· γίνε Τούρκος. Το παιδί όμως ξανακάνει το σταυρό του. Έγινε από το αίμα του σταυρός. Πήραν τα κεφάλια τους στην Τριπολιτσά».

Η σφαγή και των τριών έγινε στις 16 Όκτωβρίου 1816 μ.Χ., έξω από τον Ιερό Ναό του «Ελκομένου Χριστού» στην πάλαια Μονεμβασία. Εκεί, στο δάπεδο της αυλής του Ναού, το αίμα του παιδομάρτυρα και νεομάρτυρα Ιωάννη, σχημάτισε Σταυρό και έτσι αποκαλύφθηκε η ένδοξη είσοδος του Αγίου στη Βασιλεία του Θεού και η ένταξή του στη χορεία των Μαρτύρων.

Οι κεφαλές, του νεομάρτυρα Ιωάννη, του πατέρα του και του Αναγνώστου εστάλησαν στον Πασά της Τριπόλεως, τα δε σώματα τους ετάφησαν στην Μονεμβασία, και μέχρι σήμερα παραμένει άγνωστος ο τόπος της ταφής και των κεφαλών και των σωμάτων τους.

 Το σημείο του Σταυρού, το οποίο στο δάπεδο της αυλής του Ναού σχημάτισε το μαρτυρικό και αγνό αίμα του Αγίου Ιωάννη, έγινε πηγή συριγμού των υποδούλων χριστιανών Ελλήνων και τόπος ιερού προσκυνήματος των πιστών.

Ναός του Αγίου υπάρχει στο χωριό που γεννήθηκε και μεγάλωσε.

Ο Άγιος Νεομάρτυς Μάρκος ο Κρης


Ο Άγιος Νεομάρτυς Μάρκος ο Κρης
Μαρτύρησε στη Σμύρνη στις 14 Μαΐου 1643

Στην καταγωγή ο Άγιος ήταν Κρητικός.
Όταν ήταν μικρό παιδί, κάποιοι Τούρκοι τον πήραν στη Σμύρνη και με τη βία τον εξισλάμισαν. Ο ίδιος έχοντας συνείδηση ποιος είναι και τι είναι , αναζητούσε ευκαιρία να φύγει.

Κάποτε το κατάφερε, έφυγε και πήγε στην Κωνσταντινούπολη. Εκεί συναντήθηκε με τον Μελέτιο Συρίγο, ο οποίος ήταν λόγιος και ενάρετος κληρικός της εποχής εκείνης και ο οποίος συνέγραψε το μαρτύριό του. Σε αυτόν εξομολογήθηκε και του ανακοίνωσε την επιθυμία του να ομολογήσει τον Χριστό και να εξαλείψει την αμαρτία με το αίμα του μαρτυρίου. Ο άγιος αυτός πνευματικός, αφού τον καθοδήγησε κατάλληλα, τον άφησε να φύγει στηρίζοντάς τον με την προσευχή του.

Επέστρεψε λοιπόν στη Σμύρνη ο άγιος και μπροστά σε όλους ομολόγησε τον Χριστό Θεό αληθινό, με πολύ θάρρος, χωρίς να φοβηθεί την βαρβαρότητα των Τούρκων, ενώ παράλληλα εκφράστηκε υποτιμητικά για το Ισλάμ και τον προφήτη. Οι Τούρκοι όταν άκουσαν τα λόγια του και κατάλαβαν την εμμονή του στη χριστιανική πίστη, γιατί ουσιαστικά δεν είχε εξισλαμισθεί, τον άρπαξαν και, δέρνοντάς τον και σπρώχνοντάς τον, τον έφεραν στον κριτή. Εκεί τον κατηγόρησαν πως «ενώ ήταν Τούρκος, τώρα έγινε Ρωμιός και βρίζει την πίστη μας και τον προφήτη μας».

Ο δικαστής, όταν τ’ άκουσε αυτά, πολύ πικράθηκε και τον ρώτησε: Είσαι Ρωμιός η Τούρκος;

Ο άγιος νεομάρτυς του απάντησε: «Χριστιανός ήμουν και πάλιν χριστιανός είμαι και τον Χριστόν μου προσκυνώ και λατρεύω και ομολογώ Θεόν αληθινόν. την δε εδικήν σας πίστιν αρνούμαι και αποστρέφομαι». Ο δικαστής έξαλλος διέταξε να τον δείρουν αλύπητα και να τον κλείσουν στη φυλακή. Αλλά και στη φυλακή τον υπέβαλαν σε φριχτά βασανιστήρια, χωρίς να καταφέρουν να τον λυγίσουν. Μάλλον εκείνοι κουράστηκαν, σε αντίθεση με τον μάρτυρα, ο οποίος ενδυναμωμένος από την χάρη του Θεού, όχι μόνο υπέμενε αγόγγυστα αλλά αναδεικνυόταν γενναιότερος .

Όταν είδαν πως δεν μπορούσαν να τον καταφέρουν να αρνηθεί την πίστη, τον πήγαν πάλι στον δικαστή, ο οποίος τον απείλησε με τα χειρότερα. Ο άγιος δεν υπολόγιζε τίποτε, μόνο έλεγε: «Αν και μυρίας βασάνους και μυρίους θανάτους μοι δώσητε, εγώ τον γλυκύτατόν μου Ιησού Χριστό δεν αρνούμαι. Λοιπόν μη χάνετε καιρόν, κάμετε εκείνο οπού βούλεσθε, να ιδήτε πόσην δύναμιν δίδει ο Χριστός μου εις εκείνους οπού πάσχουν δια το όνομά Του ».

Βλέποντας λοιπόν ο δικαστής τη σταθερότητά του στη χριστιανική πίστη διέταξε τον αποκεφαλισμό του.

Τον πήγαν στον τόπο της εκτελέσεως, όπου γονατίζοντας και κλίνοντας την κεφαλή δέχθηκε τον δι’ αποκεφαλισμού θάνατο στις 14 Μαΐου 1643. Ήταν δεκαεπτά ετών.

Οι Χριστιανοί της Σμύρνης με πολλές δυσκολίες και πολλά χρήματα πήραν το λείψανό του και το έθαψαν στην Αγία Φωτεινή, όπου και τον τιμούσαν κάθε χρόνο.

Ο τάφος του και τα λείψανά του όχι απλώς έκαναν θαύματα αλλά ανεδείχθησαν πηγή ιαμάτων για τους πιστούς.

Ο Άγιος Νεομάρτυς Αρσένιος, Επίσκοπος Βεροίας


Ο Άγιος Νεομάρτυς Αρσένιος Επίσκοπος Βεροίας.
14ος – 15ος αιώνας

Ο άγιος ήταν επίσκοπος στη Βέροια της Μακεδονίας την εποχή που οι Τούρκοι υποδούλωναν το ένα μετά το άλλο τα εδάφη της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, κατά παραχώρηση Θεού, λόγω των απείρων σφαλμάτων των Χριστιανών.

Ήταν ευσεβής και ενάρετος επίσκοπος. Είχε ενστερνισθεί την αποστολική διδασκαλία και είχε συνειδητοποιήσει την ιδιαίτερη ευθύνη του για το ποίμνιο το οποίο του είχε εμπιστευθεί ο Κύριος, μέσα στην έκρυθμη κατάσταση που επικρατούσε. Έτσι με το κήρυγμα – διακρινόταν για την διδακτική του δεινότητα – , με τη συγγραφή πνευματικών έργων, με τη φιλανθρωπία, με τις δυναμικές παρεμβάσεις του, όπου χρειαζόταν, προ πάντων δε με την ενάρετη ζωή του, η οποία τον καθιστούσε παράδειγμα προς μίμηση στο ποίμνιό του, απέτρεπε όχι μόνο τον εξισλαμισμό των κατοίκων της περιοχής του αλλά πετύχαινε και τη συνειδητότερη και ουσιαστικότερη πνευματική ζωή των Χριστιανών της εποχής του.

Για όλους αυτούς τους λόγους τον συνέλαβαν οι Τούρκοι, οι οποίοι αρχικά τον βασάνισαν βυθίζοντάς τον συνεχώς σε ένα βαθύ λάκκο με νερό. Κατόπιν τον υπέβαλαν σε τρομερά βασανιστήρια. Κάποιος αναιδής Τούρκος μάλιστα πρότεινε να του κόψουν το δεξί χέρι διότι με αυτό έγραφε τους πνευματικότατους λόγους του και ενίσχυε τους Χριστιανούς. Στη συνέχεια τον φυλάκισαν κάτω από άθλιες συνθήκες.

Ο άγιος ,μολονότι υπέφερε και τον φρουρούσαν άγρυπνα ,ευλογούσε συνέχεια και δόξαζε τον Χριστό λέγοντας, ας γίνει το θέλημά Του και συμβούλευε τους Χριστιανούς να μένουν σταθεροί στην πίστη του Χριστού,

Τελικά οι Τούρκοι τον οδήγησαν γυμνό με ένα χιτώνα, ασκεπή και ξυπόλυτο σε χώρο ,όπου προηγουμένως ήταν Αγία Τράπεζα ναού. Εκεί ο άγιος έψαλλε ευλογητός ο Θεός , έκλινε την κεφαλή του πάντα ψάλλοντας και είπε με γλυκύτητα στον δήμιο:

Γιατί μάταια αναζητάς και άλλους ανθρώπους για να τους θανατώσεις, αφού δεν υπάρχουν άλλοι υπαίτιοι για ό,τι έγινε, παρά μόνο εγώ ;

Τότε ο δήμιος τον αποκεφάλισε με φρικτό τρόπο και πέταξε το σώμα του να το φάνε τα θηρία, τα οποία όμως το σεβάστηκαν και δεν το πείραξαν καθόλου, λες και αναγνώριζαν ποιος ήταν.

Ύστερα από αυτό οι κληρικοί της Βέροιας ζήτησαν το τίμιο λείψανο του αγίου μάρτυρος, το οποίο , αφού το μετέφεραν στον ναό του μεγαλομάρτυρος Αγίου Δημητρίου, το περιποιήθηκαν και το ενταφίασαν με όσες τιμές επέτρεπαν οι περιστάσεις.

Ο υπαίτιος για τον μαρτυρικό θάνατο του αγίου, λίγες ημέρες μετά, εξεστράτευσε εναντίον άλλης περιοχής ,όπου βρήκε οικτρό θάνατο σε κάποια μάχη.

Οι Χριστιανοί της Βέροιας τιμούσαν κάθε χρόνο ως πολιούχο τους τον άγιο με μυστικότητα, όλοι, οι κληρικοί, οι μοναχοί και λαϊκοί της περιοχής αλλά και άλλοι κάτοικοι της Ελλάδος , διότι σ’ αυτόν εναπέθεταν τις ελπίδες τους για την απελευθέρωσή τους καθώς ήταν ο πρώτος νεομάρτυρας επίσκοπος.

Αν και δεν αναφέρεται η ακριβής ημερομηνία του μαρτυρίου του στο συναξάρι, στην Ι. Μ. Βεροίας τιμάται στις 28 Μαΐου.

ΑΓΙΟΣ ΝΕΟΜΑΡΤΥΣ ΚΥΠΡΙΑΝΟΣ ΕΝ ΚΩΝ/ΠΟΛΗ


Μαρτύρησε στην Κωνσταντινούπολη στις 5 Ιουλίου 1679

Ο Άγιος καταγόταν από το χωριό Κλειστός της Ευρυτανίας. Εκεί έμαθε τα ιερά γράμματα και σε νεαρή ηλικία έγινε μοναχός και αξιώθηκε και του χαρίσματος της ιερωσύνης. Κατόπιν πήγε στο Άγιον Όρος, όπου εγκαταστάθηκε μαζί με άλλους δύο μοναχούς στο Κουτλουμουσιανό κελί του Αγίου Γεωργίου. Στο Άγιον Όρος ζούσε με άκρα άσκηση και καθαρότητα. Όμως μέσα στην καρδιά του άναψε ο θείος πόθος, υπέστη την καλή αλλοίωση και θεωρούσε ότι η νηστεία, η αγρυπνία, τα δάκρυα, το πένθος, η ακτημοσύνη και συνολικά κάθε αρετή ήσαν ανάξια προσφορά στον Χριστό και ότι το μόνο αντάξιο της αγάπης του Χριστού, που θυσιάστηκε για μας, ήταν το να χύσει το αίμα του γι’ Αυτόν.

Οι πατέρες του Όρους που τους φανέρωνε τον σκοπό του τον εμπόδιζαν, φοβούμενοι την ασθένεια της σαρκός αλλά ο μακάριος, μην υπομένοντας πλέον τον υπέρ του Χριστού διακαή έρωτα, έφυγε από το Άγιο Όρος και ήρθε στη Θεσσαλονίκη, όπου παρουσιάστηκε μπροστά στον Τούρκο δικαστή.

Άρχισε να του μιλάει για τον Χριστό, το φως και την αλήθεια της χριστιανικής πίστης και να προσκαλεί τον ίδιο και τους άλλους μουσουλμάνους να βαπτισθούν για να σωθούν. Ο δικαστής τον θεώρησε παράφρονα και τρελό και διέταξε τους υπηρέτες του να τον δείρουν και να τον πετάξουν έξω.

Ο άγιος λυπήθηκε πολύ που δεν πέτυχε να εκπληρώσει τον πόθο του για μαρτύριο και αναχώρησε με μεγάλη προθυμία για την Κωνσταντινούπολη, με σκοπό να ελέγξει και εκεί τους ματαιόφρονες. Έγραψε το κήρυγμά του σ’ ένα χαρτί, πήγε στο παλάτι και ζήτησε από τους γραφείς να το μεταφράσουν στα τούρκικα, για να το δώσει στον Βεζύρη. Αυτοί όμως δεν ήξεραν ελληνικά και δεν μπορούσαν να καταλάβουν το περιεχόμενο. Βρέθηκε όμως εκεί κάποιος εξισλαμισμένος χριστιανός ο οποίος το διάβασε και τους το εξήγησε. Εκείνοι όταν άκουσαν ότι στο κείμενο απορρίπτεται η πίστη τους και ο Προφήτης ενώ παράλληλα προβάλλεται ο Χριστός και προσκαλείται ο Βεζύρης και όλοι οι μουσουλμάνοι να γίνουν χριστιανοί για να σωθούν, τον έβρισαν άσχημα και τον έδιωξαν. Κάποιοι χριστιανοί που έτυχε να ευρίσκονται εκεί για δική τους υπόθεση διαμαρτυρήθηκαν για τη συμπεριφορά των γραφέων και ζήτησαν να μάθουν για την υπόθεση. Τότε ένας φρουρός τους έδωσε να διαβάσουν το γράμμα και να ειπούν στον καλόγηρο να φύγει γιατί αν το μάθαινε ο βεζύρης ή θα τον έκαιγε ή θα τον έβαζε στο κάτεργο. Οι Χριστιανοί φοβήθηκαν και του είπαν να φύγει για να μη θανατωθεί. Ο άγιος μόλις άκουσε τις συμβουλές τους απάντησε: μα εγώ γι’ αυτόν μόνο τον λόγο ήρθα εδώ, για να χύσω το αίμα μου για τον Χριστό. Μόλις τ’ άκουσαν οι χριστιανοί έτρεξαν να φύγουν μήπως συλληφθούν και αυτοί ενώ ο άγιος μάρτυρας πήρε το χαρτί και κυριολεκτικά όρμησε να το δώσει στον βεζύρη, εκεί που καθόταν και που έκρινε τις διαφορές των προσερχομένων. Τον ακολουθούσαν χτυπώντας τον οι φρουροί του βεζύρη. Όταν έφθασε μπροστά του, τον ρώτησε ήρεμα ο βεζύρης ποιος είναι και τι θέλει. Ο άγιος του απάντησε ήρθα εδώ για την δική σου σωτηρία. Να σε οδηγήσω ν’ αφήσεις την πλάνη που ακολουθείς, να πιστέψεις στον αληθινό Θεό, τον γλυκύτατό μου Ιησού Χριστό, να βαπτισθείς και να κληρονομήσεις τη βασιλεία των ουρανών. Ο βεζύρης όταν τ’ άκουσε αρχικά εξεπλάγη, ύστερα άρχισε να τον ρωτά: μήπως σε έστειλε ο Πατριάρχης των Ρωμαίων να με διδάξεις; Κατόπιν τον ρώτησε: μήπως είσαι τρελός ή μεθυσμένος; Ο άγιος του απάντησε: ούτε τρελός ούτε μεθυσμένος είμαι, εξάλλου δεν έφαγα τίποτα σήμερα, και, ακριβώς επειδή έχω σώο τον νου μου, ήρθα να σε διδάξω να αφήσεις αυτά που πιστεύεις, για να μη κολασθείς. Τότε ο βεζύρης, βλέποντας τη σταθερότητά του, αναζητούσε τρόπο να του σαλεύσει το φρόνημα. Προσπάθησε λοιπόν να μεταπείσει τον άγιο με υποσχέσεις και κολακείες. Όταν είδε πως δεν κατάφερνε τίποτε, τον έστειλε στον μουφτή. Μπροστά στον μουφτή επανέλαβε ο μάρτυρας όσα είχε ειπεί στο βεζύρη και περισσότερα ακόμη, με αποτέλεσμα ν’ ανάψει από τον θυμό ο μουφτής, να τον διακόψει και να διατάξει τον αποκεφαλισμό του στη συνοικία του Φαναρίου, όπου κατοικούσαν Χριστιανοί και πολλοί καλόγηροι. Ο άγιος ακολούθησε τον δήμιο με τόση χαρά και αγαλλίαση, που φαινόταν σαν να πετούσε στον αέρα, αστράφτοντας από την ένδοξη χαρά της ψυχής του. Μόλις έφτασαν μπροστά στην πύλη του Πατριαρχείου, γονάτισε, έκανε τον σταυρό του, ευχαρίστησε τον Θεό που τον αξίωσε να συγκαταριθμηθεί με τους Μάρτυρές Του και κλίνοντας την κεφαλή αποκεφαλίστηκε από τον δήμιο και έλαβε το στεφάνι του μαρτυρίου. Είθε με τις πρεσβείες του ν’ αξιωθούμε και εμείς της Βασιλείας των Ουρανών.